Τα κλειστά γήπεδα αποκλείουν το ποδόσφαιρο από την πιο ζωντανή (και αμφιλεγόμενη) πλευρά του: τους οπαδούς.

Δεν χωράει αμφισβήτηση πως οι οπαδοί και οι φίλαθλοι είναι οι πυλώνες του ποδοσφαίρου. Είναι αυτοί που οργανώνουν την εξέδρα με την παρουσία τους, τις φωνές, τα συνθήματα και τα πανό τους. Είναι αυτοί που προσπαθούν να δημιουργήσουν έναν αγχωτικό πεδίο για τους αντιπάλους με τις ζητωκραυγές και τα σφυρίγματά τους. Είναι εκείνοι που αποτελούν τους πνεύμονες μιας ομάδας και ενός ολόκληρου αθλήματος, το οποίο χωρίς αυτούς θα είχε τη δημοφιλία του bobsleigh.

Βέβαια, ενώ, προ lockdown, βλέπαμε στις οθόνες των συνδρομητικών καναλιών ή στις βιτρίνες ενός πρακτορείου ΟΠΑΠ τις εικόνες γεμάτων γηπέδων του εξωτερικού όπου όλοι φωνάζουν για την ομάδα τους, πολλοί φίλαθλοι που θέλουν να μυήσουν και τα παιδιά τους στην διασκέδαση του ποδοσφαίρου, ξέρουν ότι η εποχή του γηπέδου έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Όχι μόνο εξαιτίας της πανδημίας, αλλά και λόγω των σκληροπυρηνικών ultras, το μέλλον των οποίων αμφισβητείται λόγω της πρώτης.

Το στίγμα των ultras ως υπευθύνων περιστατικών βίας και αιματηρών επιθέσεων έχει δημιουργήσει ένα σχεδόν φαντασιακό πλαίσιο, το οποίο ορίζει πως εκπροσωπούνται αποκλειστικά από εγκληματίες και εξτρεμιστές που μεταμφιέζονται σε οπαδούς. Το «σχεδόν» πηγαίνει σε ντοκιμαντέρ όπως το Forever Pure της Maya Zinshtein για τον ρατσιστικό σύνδεσμο “La familia” της Beitar Ιερουσαλήμ.

Στην Ιταλία, οι ultras ξεκίνησαν ως ένα κοινωνικό φαινόμενο τη δεκαετία του’ 60, μια εποχή που η πολιτική αναταραχή και οι κοινωνικές ανισότητες γέννησαν τις πολιτικές ταινίες του Mario Monicelli και του Elio Petri και τα θεατρικά του Dario Fo, και σύντομα αποτέλεσαν μια μορφή υποκουλτούρας της κοινωνίας, γνωστή για να ενώνουν απομονωμένα άτομα σε μια βαθιά ενωμένη κοινότητα.

Η αιματηρή βία πήρε τρομακτικές διαστάσεις το 1979, με τη δολοφονία του Vincenzo Paparelli, οπαδό της Lazio, από οπαδούς της Roma. Το 1990 πήρε τη μορφή αντάρτικων επιθέσεων και έκτοτε, το ιταλικό κράτος θέσπισε μια σειρά από σκληρούς νόμους με κάρτες οπαδών, στρατό στα γήπεδα και απαγορεύσεις κρουστών οργάνων. Τον Αύγουστο που μας πέρασε, οι ultras της Ιταλίας μέσω ενός δικηγόρου βρέθηκαν στο ίδιο τραπέζι με τις αρχές.

Ωστόσο, οι προθέσεις των αρχών ήταν να οργανώσουν την ομαλή μετάβαση σε έναν ποδοσφαιρικό κόσμο μετά την πανδημία όπου δεν θα υπάρχουν οι ultras. Η απειλή των κλειστών γηπέδων επ’ αόριστον μπορεί να οδηγήσει στη διάλυση των κινημάτων τους. Εκτός από τις αρχές, σε αυτό φαίνεται να συγκλίνουν οι ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες που θέλουν να διασφαλίσουν την αίσθηση πως όλα είναι ειρηνικά στα γήπεδα, για να προσεγγίσουν τους αθλητικούς τηλεοπτικούς κολοσσούς και τις εταιρείες που χρηματοδοτούν το ευρωπαϊκό προϊόν σε όλο τον κόσμο.

«Τους τελευταίους μήνες έχουμε δει ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να συνεχιστεί χωρίς κοινό. Είναι μια βιομηχανία ψυχαγωγίας, αλλά σε αυτό το πλαίσιο έχει καταστεί σαφές ότι οι σύλλογοι χρειάζονται κοινό, ακόμη και ένα συγκεκριμένο είδος κοινού, διαφορετικά το θέαμα που προσφέρεται θα είναι φτωχό και δεν θα είναι πλέον ελκυστικό» εξηγεί ο Sebastian Louis, ιστορικός και συγγραφέας του βιβλίου Ultras; les autres protagonists du football.

Εδώ είναι το παράδοξο: Οι ultras που ήταν πάντα εχθρικοί με το ποδόσφαιρο ως καθαρή επιχείρηση, για να προσπαθήσουν να επιβιώσουν, θα πρέπει να αποδεχθούν την κατάσταση, ίσως και να εκμεταλλευτούν το ίδιο σύστημα, να αντιμετωπίζονται ως πελάτες που έρχονται στο «θέατρο των ονείρων» και είναι καθισμένοι στις καρέκλες τους, με το merchandise στους ώμους τους και όχι πλέον ως θαυμαστές που στέκονται όρθιοι και ουρλιάζουν. Ένας «ρομαντικός» αγώνας για την προστασία του ποδοσφαίρου ως κοινωνική δύναμη. Παράδειγμα, η πολιτική ομάδων όπως η Paris Saint – Germain και η «εξαφάνιση» ομάδων και οπαδών όπως η παριζιάνικη Racing.

Τα στάδια και ο εκσυγχρονισμός τους αποτελούν περαιτέρω απειλή για το μέλλον των ultras. Ακολουθώντας την νοοτροπία του Allianz Stadium της Juventus, η πρόθεση είναι να μειωθεί η χωρητικότητα των εγκαταστάσεων και να αυξηθεί η τιμή των εισιτηρίων, ώστε τα στάδια να είναι πάντα γεμάτα, αλλά με διαφορετικούς θαυμαστές κάθε Κυριακή.

Μια πολιτική η οποία προφανώς διακόπτει την οργανωμένη υποστήριξη, εξαλείφοντας τους δημοφιλείς – φθηνούς τομείς, και συνεπώς τη δυνατότητα αγοράς εισιτηρίων σε ελεγχόμενες τιμές. Αν ψάξετε τους ultras της Juventus στο νέο της στάδιο, θα παρατηρήσετε πως χρόνο με τον χρόνο μειώνονται.

Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει με τη Γερμανία, όπου τα μοντέρνα χτίσματα και οι οργανωμένοι οπαδοί συμβιώνουν, χάρη στον κανόνα που εγγυάται την πλειοψηφία των οπαδών στο μετοχικό σχήμα. Θα αποτελούσε μια βιώσιμη λύση, αλλά η τεράστια ψαλίδα στα περιστατικά βίας των μεσογειακών χωρών με το βόρειο/κεντροευρωπαϊκό βορρά δημιουργεί απαισιόδοξες σκέψεις. Ή τουλάχιστον, αυτή η επιφανειακή άποψη καλλιεργείται από τα media, σύμφωνα με τον Louis.

«Το κλισέ που υιοθετεί ο Τύπος είναι πάντα το ίδιο: Η σύνδεση των ultras μόνο με τη βία και την ακροδεξιά. Μια εικόνα που διευκολύνει μια απλοϊκή διαλεκτική που χρησιμοποιείται από πολλά μέσα. Φυσικά υπάρχουν ultras με τετράγωνη σκέψη που ήταν πιο εύκολο να χειραγωγηθούν. Ο κόσμος των ultras είναι ο καθρέπτης της κοινωνίας μας. Για παράδειγμα στη Bologna, υπάρχουν ultras, αλλά όχι ατυχήματα. Υπήρχε μια ειρηνική διαδήλωση με πανό, τηλεβόες, καπνούς και συνθήματα» αποσαφηνίζει ο Louis.

Oι ultras δεν μπορούν να προσεγγιστούν μανιχαϊστικά. Για κάθε σκληροπυρηνικό της Lazio και της Beitar, υπάρχει ένας της Sankt Pauli και της Rayo Vallecano. Λέξεις όπως πίστη, αδερφότητα, ενότητα εντοπίζονται σε κάθε συστατικό των ομάδων που συνθέτουν οι ultras. Το πρόβλημα έγκειται στη στροφή που αποφασίζουν να πάρουν. Θα αξιοποιήσουν αυτό το μοναδικό κοινοτικό μοντέλο για έναν αγώνα εναντίον της αποξένωσης και του ατομικισμού, οι οποίοι έχουν ενταθεί από την πανδημία, ή θα εκμεταλλευτούν ιδέες των άκρων και θα λειτουργούν παραστρατιωτικά;

Άλλωστε, το ποδόσφαιρο είναι ένα ξερό άθλημα χωρίς τις κοινές εμπειρίες. Τι θα ήταν ένας θρίαμβος μιας ομάδας, χωρίς μια μάζωξη με κολλητούς στο σπίτι; Τι σημασία θα είχε η σκληρή ήττα μιας ομάδας, χωρίς τα παράπονα με τους φίλους στο δρόμο για το σπίτι, με μια στάση στις καντίνες για βρώμικο που θα διαλύσει την πίκρα του αγώνα;

Η πανδημία έχει οδηγήσει σε μια άγρια επιθυμία να είμαστε μαζί και να μοιραζόμαστε στιγμές. Αυτή η σκέψη έχει κινητοποιήσει και ορισμένους ultras που αξιοποίησαν τη συλλογικότητά τους για υγειονομικούς σκοπούς. Για παράδειγμα, οι συνδεσμίτες της Atalanta βοήθησαν στην κατασκευή ενός νοσοκομείου. Ωστόσο, τα ιταλικά media επικεντρώθηκαν στη διόγκωση των διαδηλώσεων όπως αυτή στην Bologna.

Oι περισσότεροι Ιταλοί ultras φαίνεται να ακολουθούν έναν άλλον δρόμο από τον παραδοσιακό που βλέπουμε στα γήπεδα της Ευρώπης. Έναν δρόμο που αναγνωρίζει πως την αλλαγή των ιδεολογιών, του κόσμου και των αναγκών. Έναν δρόμο που ανοίγει τη συζήτηση με τα συμβούλια των ομάδων και προσαρμόζονται στη σύγχρονη εποχή, χωρίς να υποτάσσονται (never give up), κρατώντας ακόμη τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο στο ποδόσφαιρο. Και ίσως αυτό να είναι ικανό για να εξαφαλίσει τη βιωσιμότητά τους σε μια κοινωνία χωρίς την πανδημία, με γεμάτα γήπεδα.






ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ:

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ